Να μ’ αγαπάς, να μ’ αγαπάς,
να με κοιτάς στα μάτια,
να μ’ αγαπάς.
Να μ’ αγαπάς, να μ’ αγαπάς,
να μου κρατάς το χέρι,
να μ’ αγαπάς.
Σε ταξίδια μαγεμένα
μακρινά κι ονειρεμένα
με καράβια και με τρένα
θέλω να με πας.
Σε ταξίδια μαγεμένα
μακρινά κι ονειρεμένα,
φτάνει μόνο να με αγαπάς.
Σαν Αυγουστιάτικο φεγγάρι
στα όνειρά μου θα γυρνάς,
κι όταν ο ύπνος θα με πάρει
βόλτα στον κόσμο θα με πας.
Σε ταξίδια μαγεμένα
μακρινά κι ονειρεμένα
φτάνει μόνο να με αγαπάς.
Να μ’ αγαπάς, να μ’ αγαπάς,
μες στην καρδιά να μ’ έχεις,
να μ’ αγαπάς.
Να μ’ αγαπάς, να μ’ αγαπάς,
όσο μπορείς κι αντέχεις να μ’ αγαπάς.
Ψάξε με,
με τα νυχτιάτικά σου μάτια
πάρε με στα πιο υγρά σου μονοπάτια
τίποτα δε θα με κάνει να μη σ’ αγαπώ.
Ψάξε με μες τις Δευτέρες που μου λείπεις
πάρε με γίνομαι άγαλμα της λύπης
χάνομαι, την πιο παράλογη αγάπη ζω
Κι όταν δε θα σ’ αγαπάω
πιο πολύ θα σ’ αγαπώ,
κι όταν πάψω να σ’ το λέω
δε θα ζω.
Ψάξε με σαν να μαι εγώ ο πειρασμός σου,
πάρε με στις μαύρες τρύπες των ματιών σου.
Βρίσε με, με την ιδέα σου μονάχα ζω.
Ψάξε με στην πιο βαθιά υπόσχεση σου
πάρε με, είμαι τραγούδι στη φωνή σου
Βγάλε με από το δίλημμα αυτό που ζω.
Κι όταν δε θα σ’ αγαπάω
πιο πολύ θα σ’ αγαπώ,
κι όταν πάψω να σ’ το λέω
δε θα ζω.
Πώς να σου πω γι’ αυτές τις σκέψεις που σταθήκαν στο μυαλό μου,
θρονιαστήκαν και φωτίσανε για λίγο τ’ όνειρό μου
κι οι στιγμές χορέψανε μπροστά μου σα σκιές·
άλλες ανήκαν εδώ κι άλλες χανόντουσαν στο χτες.
Σκορπισμένες όλες στης ζωής το βιβλίο
κι οι σελίδες οι θαμπές, τσακισμένες στα δύο
να μου θυμίζουν ότι κάπου στα παλιά τα μονοπάτια
είναι της μνήμης μου τα πιο όμορφα κομμάτια·
αγαπημένα σαν όργανα παλιά ξεκουρδισμένα,
μακριά από μένα, περασμένα ξεχασμένα,
ξεμακραίνουν λίγο-λίγο μ’ ένα χρόνο σακάτη
κι έτσι φουντώνει του πόνου το γινάτι.
Ίσως μεγάλωσα και κάπως παραπάνω
και στην ανάγκη να πάψω και το κέφι μου να κάνω,
μα θα μικρύνω και θα σβήνω τη χαρά μου
κι αυτά τα ωραία που κυλήσανε μπροστά μου.
Γι’ αυτό γυρίζω στα παλιά να ξεδιψάσω·
οι στιγμές μου μ’ αφήνουνε παρέα να ξαποστάσω
και λιγώνουν τη ψυχή μου κάθε τόσο.
Από τα όμορφα δε θέλω να γλιτώσω.
Δε θέλω να γλιτώσω από τα όμορφα,
γιατί εκείνα την ασκήμια μου σκεπάζουν
κι όταν φοβάμαι τα πιο μεγάλα ψέμματα,
μακάρι πάντα να μου τάζουν.
Δε θέλω να γλιτώσω από τα όμορφα,
ούτε για λίγο σου λέω να τ’ αποφύγω.
Τα φτιάχνω θύμηση και τα ντύνω όνειρα
και μες στη σκέψη μου τα πνίγω.
Είναι τα όμορφα με τ’ άσχημα μπλεγμένα,
πάνω στης μοίρας τα παραμύθια κεντημένα,
ξαναμμένα με τραβάνε στο χορό τους τον τρελό·
ψάχνω τα βήματα να βρω και χάνω το ρυθμό.
Μα όταν με πιάσουνε τα όμορφα απ’ το χέρι
με ταξιδεύουνε στου ήλιου το κρυμμένο μου αστέρι
και μου ανοίγουν τη ψυχή να τραγουδήσω,
με τη βροχή του κόσμου να νυχτοπερπατήσω.
Όμως, δε ξέρω αν πρέπει να μείνω ή να φύγω,
αφού τα όμορφα κι αυτά κρατάνε λίγο
και μένει ο φόβος στη ζωή συνοδοιπόρος
σε κάθε ανάσα, κάθε σκέψη απαράβατος όρος.
Κι ενώ το ψέμα κι εγώ είμαστε πράματα χώρια
να με γλιτώσει θέλω, όταν φοβάμαι, από τα ζόρια.
Μικρό το κακό, αφού τουλάχιστον θα ζήσω,
τις κλεμμένες στιγμές για λίγο όνειρα θα ντύσω.
Ας λένε πως τα δύσκολα θεριεύουν τη ψυχή,
είναι ο πόνος όμως, στιχοπαιδεύτρα ευχή.
Μη με αφήσεις εδώ πέρα να στοιχειώσω,
από τα όμορφα δε θέλω να γλιτώσω.
Από σήμερα ο ΣΤΙΧΟΣ διευρύνει την “γκάμα” των στίχων που φιλοξενούσε και αναλαμβάνει αναρτήσεις στίχων που δεν έχουν γίνει (ακόμη) τραγούδια, όπως αυτοί αποστέλλονται σε εμάς από τους ίδιους τους δημιουργούς… Για να βρουν τη μουσική τους…
πρόσφατα σχόλια